ἄτρωτος

ἄτρωτος
ἄτρωτος, -ον
1 unscathed

ἀλλὰ σὺν δόξᾳ τέλος δωδεκάμηνον περᾶσαί νιν ἀτρώτῳ κραδίᾳ N. 11.10

ἄτρωτοί γε μὰν παῖδες θεῶν I. 3.18


Lexicon to Pindar. . 2010.

Look at other dictionaries:

  • ἅτρωτος — ἄτρωτος , ἄτρωτος unwounded masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀτρῶτος — ἄτρωτος unwounded gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄτρωτος — unwounded masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • άτρωτος — η, ο (AM ἄτρωτος, ον) 1. αυτός που δεν τραυματίστηκε ή που δεν μπορεί κανένας να τον τραυματίσει 2. απείραχτος, σώος 3. αυτός που δεν επηρεάζεται από κάτι, απρόσβλητος. [ΕΤΥΜΟΛ. < α στερ. + τρωτός < τιτρώσκω «τραυματίζω, πληγώνω»] …   Dictionary of Greek

  • άτρωτος — η, ο αυτός που δεν τραυματίστηκε ή δεν μπορεί να τραυματιστεί, απρόσβλητος: Καμιά χώρα της Γης σήμερα δεν μπορεί να θεωρηθεί άτρωτη …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀτρώτων — ἄτρωτος unwounded gen pl ἄτρωτος unwounded masc/fem/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀτρώτως — ἄτρωτος unwounded adverbial ἄτρωτος unwounded masc/fem acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄτρωτον — ἄτρωτος unwounded masc/fem acc sg ἄτρωτος unwounded neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀτρῶσι — ἄτρωτος unwounded dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀτρώς — ἄτρωτος unwounded nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀτρώτοις — ἄτρωτος unwounded masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”